Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

ΜΑΡΙΟΣ ΠΛΩΡΙΤΗΣ-ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑ

ΜΑΡΙΟΣ  ΠΛΩΡΙΤΗΣ

«Τέχνη, Γλώσσα και Εξουσία»,
 εκδόσεις Καστανιώτη 1988.

    Στις μέρες μας που η ακατάσχετη σκανδαλολογία γεμίζει τις σελίδες των διαφόρων εντύπων, η πολύχρωμη οφθαλμολαγνεία κοσμεί τα περιοδικά ποικίλης ύλης, και οι διάφοροι ιερεμιάδες της ηθικής και της ιεροπληξίας- σιμά με τους προγονόπληκτους-κράζουν μέσα από τα ερτζιανά κύματα-της ελεύθερης δήθεν ραδιοφωνίας, για τα όσια και τα ιερά της φυλής ημών των γραικών των νεοελλήνων,(που εκτός από Χόμο καταναλώτικους γίναμε και Χόμο σκανδαλοθήρικους) είναι παρήγορο που βρίσκονται σκεπτόμενοι άνθρωποι, συγγραφείς που με το προσωπικό τους ήθος, και τον ευθαρσή λόγο τους δικαιώνουν την εντελέχεια του πνευματικού ανθρώπου.
    Είναι τα λίγα εκείνα άτομα που τόσο στην πολιτική τους ζωή όσο και την όποια δημιουργία τους, δεν την καθιστούν μια πουμπλικάρε κόρπους, δηλαδή μια δημόσια εκπόρνευση μέσα στον κοινωνικό τους περίγυρο.
     Και ένα από τα άτομα αυτά είναι και ο Πειραιώτης διανοούμενος, πολιτικός και κοινωνικός αρθογράφος, μεταφραστής, εκδότης και σημαντικός θεατράνθρωπος Μάριος Πλωρίτης.
      Ο Μάριος Πλωρίτης είναι ένα βαθιά καλλιεργημένο άτομο, με περισσή σεμνότητα και ανεπτυγμένη την ευθύνη απέναντι στα κοινά της χώρας του εδώ και αρκετές δεκαετίες.
Μέσα στο συλλογικό γλωσσικό και όχι μόνο μονόλογο της εποχής μας, η χυμώδης γραφή του με το εύκοσμο ύφος της και την ακριβολογία της διατύπωσής της, μας βοηθά να επεκτείνουμε την κοινωνική μας αυτοσυνειδησία και την διακρίβωση των πολιτικών μας και πολιτιστικών μας δυνατοτήτων.
     Στο παρόν βιβλίο ο Πειραιώτης συγγραφέας έχει συνάξει επιλεγμένες επιφυλλίδες που έχει κατά καιρούς δημοσιεύσει σε πρωινή Αθηναϊκή εφημερίδα στην οποία είναι εδώ και χρόνια τακτικός συνεργάτης.
     Η θεματολογία των κειμένων περιστρέφεται γύρω από την πνευματική δημιουργία και τον ρόλο του καλλιτέχνη, την επίδραση που μπορεί να έχει στον γύρω του χώρο, αλλά και τις επιρροές που δέχεται από αυτό.
Το πόνημα αυτό χωρίζεται σε τρεις ενότητες:
     Στην πρώτη ενότητα, ο Πλωρίτης εξετάζει τον δημιουργό σε σχέση με το θεσμικό πλαίσιο μιας κοινωνίας. Και πιο συγκεκριμένα, με τις εξουσιαστικές δομές του κοινωνικοπολιτικού αυτού έμβιου κόσμου. Με καθαρή ματιά καταγράφει τις δυνατότητες ατομικών κοινωνικών επιλογών που έχει το πνευματικό άτομο. Τους διάφορους κινδύνους που αντιμετωπίζει ερχόμενο σε επαφή με τις όποιες εξουσίες που απορρέουν από τον κρατικό μηχανισμό. Τα σημεία σύγκλισης ή μη του δημιουργού, αν υπάρχουν με την καθεστηκυία πολιτιστική παράδοση, καθώς και το προσωπικό τίμημα που πρέπει να πληρώσει ο δημιουργός αν θελήσει να επανδρώσει μια δημόσια θέση και να θέσει τον εαυτό του κάτω από την κυριαρχία των δημόσιων καρεκλοκένταυρων. Αναφέρεται στην ενσυνείδητη στράτευση του καλλιτέχνη σε ένα κομματικό σχηματισμό και τις συνέπειες που έχει η ένταξη αυτή στην ελευθερία του και την πνευματική του ακεραιότητα, ωρίμανση κ.λ.π.
      Θα ήθελα να συμπληρώσω στα όσα αναφέρει ο Πειραιώτης συγγραφέας, ότι ο οποιοσδήποτε αυθεντικός δημιουργός, δεν μπορεί να δημιουργήσει όντας ενταγμένος μέσα στα όποια στεγανά της Κρατικής εξουσίας ή κομματικής φωνής, ούτε πάλι, να στρατευθεί κάτω από την σημαία της όποιας ιδεολογίας. (το ιστορικό παράδειγμα του Μαρξισμού και του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, μας έδειξε τι φρικτά παραμορφωτικές συνέπειες είχε πάνω στους καλλιτέχνες και το έργο τους όπου και αν υιοθετήθηκε).
Γιατί η Τέχνη, είναι από την ίδια της την φύση μια ανατρεπτική διαδικασία, μια επαναστατική λειτουργία αρκετά επικίνδυνη για την κρατική εξουσία και τον κάθε λογής φασισμό και φανατισμό. Αφού όπως φαίνεται ίσως δεν μπορεί εύκολα ο θεσμοθετημένος Κίρκιος λόγος του κράτους να την σαγηνεύσει. Γιατί η εξουσία, ανάμεσα στα άλλα απαιτεί την τάξη (όχι την ευταξία) δηλαδή ανθρώπινο αίμα, για να θυμηθούμε και την γνωστή ρήση του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, για να διατηρήσει την ανομία της τάξης που εκπροσωπεί. Αντίθετα η Τέχνη επιθυμεί την «ελεγχόμενη αταξία» για να μπορέσει να καλλιεργήσει τους σπόρους της δημιουργικής της φαντασίας. Και, ας μην ξεχνάμε ακόμα, ότι η γλώσσα της εξουσίας, υποτάσσει τα άτομα είτε βιολογικά είτε πνευματικά, αντίθετα, η γλώσσα της Τέχνης είναι η ατραπός πάνω στην οποία το άπειρο και το αιώνιο πνεύμα, περπατά και ανταμώνει το πεπερασμένο.
     Στην δεύτερη ενότητα του βιβλίου αναφέρεται σε ένα θέμα που απασχόλησε και θα απασχολεί και στο μέλλον τους ανθρώπους, όσο ο έναρθρος λόγος θα είναι η κυριότερη πηγή επικοινωνίας μεταξύ τους. Και το θέμα αυτό είναι το γλωσσικό, και πιο συγκεκριμένα, η αφυδάτωση της Ελληνικής γλώσσας από τις ρίζες της και ο εμπλουτισμός της με ξένες λέξεις και η παραχάραξη της δομής της και των λειτουργιών της.
     Το θέμα της γλώσσας είναι ασφαλώς τεράστιο, όπως και η αποψίλωσή της από τους σύγχρονους κατοίκους αυτής της χώρας και δεν λύνεται και ούτε μπορεί να λυθεί από τα πάνω, από τους επαΐοντες γλωσσοσοφολογιώτατους, αλλά από την ίδια την βάση που την μιλά την χρησιμοποιεί και δημιουργεί κοινωνικές σχέσεις. Γιατί ο λόγος, εκτός από το κυριότερο μέσο επικοινωνίας είναι και ο μοναδικός τρόπος για να ερμηνεύσει ο άνθρωπος την διαρκή σιωπή των πραγμάτων γύρω του. Όταν αυτά στέκουν βουβά και αδιάφορα απέναντι στον ανθρώπινο πόνο και κοινωνική δυστυχία και η φυσική νομοτέλεια προχωρά στους δικούς της νόμους και κανόνες πέρα από τις ανθρώπινες φιλοδοξίες και επιδιώξεις. Και ο άνθρωπος, αποκτά βαθύτερη συνείδηση της ύπαρξής του και των μεταφυσικών προβλημάτων που τον απασχολούν διαρκώς, μέσα από την αιτία του λόγου. Μια και η σκέψη του, χρειάζεται τις λέξεις-τα γραμματικά αυτά σύμβολα, αυτούς τους μικρούς σπινθήρες λυτρωτικού φωτός, για να ανακαλέσει τις αρχέγονες, τις λανθάνουσες εσωτερικές της παραστάσεις στην επιφάνεια αλλά, και να ψηλαφίσει τις υπάρχουσες. Και για να θυμηθούμε για άλλη μια φορά τον αυστριακό φιλόσοφο και γλωσσολόγο εισηγητή του λογικού θετικισμού και της φιλοσοφίας της κοινής γλώσσας, «Τα όρια του κόσμου μου είναι τα όρια της γλώσσας μου», (καλύτερα μια πρόσκαιρη λανθασμένη χρήση της γλώσσας μια που και με αυτόν τον τρόπο δίνεται η δυνατότητα να ερμηνευτεί το φαινόμενο της ζωής και των παραγώγων της, παρά η μη γλώσσα που δεν είναι παρά η αιώνια γλώσσα της λήθης και του αιώνιου ζόφους), είναι λοιπόν ίσως λανθασμένη τακτική να επιχειρούμε να διορθώσουμε ένα σύστημα γλωσσικής συμπεριφοράς που το θεωρούμε παθολογικό, όταν τα άτομα που χρησιμοποιούν το σύστημα αυτό, ζουν και ανατρέφονται και κινούνται σε ένα κοινωνικό περιβάλλον τέτοιας μορφής και ποιότητας που όχι μόνο ενστερνίζεται, αλλά και αποδέχεται την γλωσσική αυτή αφασία, μια που προέρχεται από μια προυπάρχουσα κοινωνική α-λειτουργικότητα και πολιτική παθοπραξία.
Η λειψή γλωσσική επικοινωνία στο άμεσο οικογενειακό περιβάλλον, στον εκπαιδευτικό χώρο, στον εργασιακό, κ.λ.π., συμβάλλει στην δημιουργία μιας πολιτιστικής αποστέρησης. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι μόνο γλωσσικό, είναι κατά κύριο λόγο οντολογικό, αλλά και πολιτικό. Όταν έχουν αλλάξει ή τείνουν προς μια άλλη μορφή έκφρασης και ερμηνείας οι βασικές κυρίαρχες δομές ενός πολιτισμού, δεν μπορεί να παραμείνει αμετάβλητη η γλώσσα, να μην μετέχει και εκείνη ως βασικός μοχλός στην αφασία του κοινωνικού γίγνεσθαι.
Γιαυτό θεωρώ ότι χρειάζονται μορφωτικά ερεθίσματα τέτοια από όλους μας και τους πνευματικούς δημιουργούς ιδιαίτερα, που θα αντισταθμίζουν τόσο την ελλειπή γλωσσική αγωγή από τους άμεσους αλλά και έμμεσους φορείς, όσο και την έλλειψη αντίστασης και δημιουργίας ισχυρών αντισωμάτων, στους διάφορους ξενογενείς τρόπους έκφρασης που μπορεί να μη συμβάλλουν στην καλλιέργεια του ατομικού μας ήθους.
     Στην τελευταία τέλος ενότητα του βιβλίου διαπραγματεύεται το άλλο σημαντικό θέμα της Ελληνικής κοινωνίας και κρατικής πολιτικής εκπαίδευσης, αυτό της επαναφοράς των Αρχαίων Ελληνικών στα σχολεία. Και παρότι ο ίδιος ο συγγραφέας όσο και οι πνευματικές του καταβολές προέρχονται από το μεγάλο και εύκαρπο περιβόλι της Δημοτικής μας γλώσσας, τοποθετείται με πολύ προσοχή πάνω στο σοβαρό αυτό πράγματι εκπαιδευτικό θέμα.
     Θα κλείσω το σημείωμα στο ενδιαφέρον αυτό του Πειραιώτη συγγραφέα Μάριου Πλωρίτη, με μερικές «κριτικές»σκέψεις πάνω σε αυτό το θέμα.
     Το πρόβλημα όσον αφορά την επαναφορά των Αρχαίων Ελληνικών δεν είναι μόνο θέμα γλώσσας. Αλλά κυρίως ένας τρόπος ζωής, που φοβάμαι έχει χαθεί ανεπιστρεπτί. Δεν μπορούμε να διδασκόμαστε την γλώσσα των Αρχαίων (άραγε ποια, την Ομηρική διάλεκτο, την Αττική, των φιλοσόφων, των ρητόρων, της ποίησης, των επιγόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου;)και να παραχαράσσουμε την φιλοσοφία ζωής που η γλώσσα αυτή εκφράζει και αποτυπώνει, να παραγνωρίζουμε τα τότε ήθη της Εθνικής Ελληνικής παράδοσης, τα έθιμά τους, τις αξίες τους το κοσμοείδωλό τους.
Αλήθεια, έχουμε το δικαίωμα να ζητάμε να διδαχθούμε στο πρωτότυπο τα έργα της πολιτιστικής τους γραμματείας και τέχνης, και από την άλλη να τους αποκαλούμε υποτιμητικά ειδωλολάτρες; επειδή επικράτησε ιστορικά μια αλλόθρησκη μυθολογία και προφητική παράδοση; Να τους αποκαλούμε προγόνους μας, και επειδή πίστευαν σε άλλους Θεούς, που για αυτούς εκείνη την εποχή και την ιστορική περίοδο ήταν μια αληθινή πραγματικότητα και ιστορική-οντολογική αλήθεια ζωής, όσο και για τους αλλόθρησκους Έλληνες σημερινούς πιστούς, και επειδή δεν πίστεψαν στην Εβραϊκή μυθολογία και τον λόγο του σχοινοποιού που τους μίλησε στην Πνύκα, να τους αποκαλούμε ξαναγράφω υποτιμητικά ειδωλολάτρες. Λες και οι σημερινοί νεοέλληνες χριστιανοί ορθόδοξοι και μη δεν είναι στην δική τους πίστη ειδωλολάτρες και συμφεροντολόγοι.
Δεν μπορεί να δεχόμαστε άλλες αλλότριες θρησκευτικές παραδόσεις και να μην διδασκόμαστε ή να αγνοούμε τον τόσο κοντινό μονοθεϊσμό του αρχαίου Ξενοφάνη, ή να παραγνωρίζουμε την Θεολογία του Ηράκλειτου, το Πλατωνικό Θεολογικό σύστημα, την Θεογνωσία του Πρωταγόρα, τον φιλοσοφικό και θεολογικό στοχασμό του Παρμενίδη, τα θεία πάθη και την ανάληψη του Προμηθέα, και για να μην μακρηγορώ την Θεία μυστηριακή ζωή του Διονύσου, την του φωτός θρησκευτική δοξασία του Θεού Απόλλωνα.
Και τέλος αν μη τι άλλο, ο ευγενικός πολυθεϊσμός των Ελλήνων, ή αν θέλετε της πιο μορφωμένης μερίδας των, δεν διακρίθηκε για τον βάρβαρο φανατισμό, την μισαλλοδοξία σε κοινωνικό επίπεδο, την σπίλωση της ερωτικής επιθυμίας και τον στιγματισμό του ανθρωπίνου σώματος, των άλλων μεσογειακών λαών και των δήθεν μονοθεϊστικών δοξασιών τους. Δεν μπορούμε να αποκαλούμε μυθολογία τις δοξασίες και τον τρόπο ζωής και φιλοσοφίας των αρχαίων Ελλήνων τόσο άτυχα και επιπόλαια και να ξεχνάμε το σύστημα θεολογίας του Πλάτωνα, την θεολογία του Πλωτίνου και την «μοναδολογία» του, ακόμα και την γονιμοποιό αθεΐα του αρχαίου τραγικού Ευριπίδη, και τόσων άλλων. Αλλά και για την Ελληνική έννοια ότι  Θεός ίσον Φως. (έστω και αν το πήραμε από τον αρχαίο Αιγύπτιο Φαραώ τον Ακενατών).
   Είναι ίσως αντίφαση να ζητάμε την επαναφορά των Αρχαίων Ελληνικών και να τους τα διδάσκουμε τόσο άχαρα και επιδερμικά, τόσο ανούσια και αδιάφορα, και να παρατηρούμε μουσειακά τον κόσμο των Αρχαίων μόνο και μόνο για να κάνουμε επίδειξη στους γύρω μας. Γιατί επίσης θα πρέπει να αγνοήσουμε την χιλιόχρονη Δημοτική παράδοση και γραμματεία, τον πολιτισμό που διδάσκουν τα Δημοτικά μας τραγούδια, οι παροιμιόμυθοι, τα παραμύθια, οι δοξασίες, τα έργα των διαφόρων ανώνυμων συγγραφέων κλπ.
  Τέλος και πάλι για τους άγονα αρχαιόπληκτους, πως θα κατανοήσουμε τα πολιτιστικά όρια των Αρχαίων κατοίκων που τους αποκαλούμε προγόνους μας, και θα διακρίνουμε την μετάλλαξη που επήλθε στον τρόπο σκέψης τους, μέσα στην τεράστια χοάνη των αλλόθρησκων μονοθεϊστικών και μη δοξασιών και κοινωνικών και μεταφυσικών αντιλήψεων αν δεν σταθούμε με τον απαιτούμενο σεβασμό στις αντιλήψεις τους και τις διάφορες κοινωνικές και θρησκευτικές τους δοξασίες και την επιρροή που άσκησαν και ασκούν στον Δυτικό κόσμο και σκέψη γενικότερα.
Είναι άκαιρο να μιλάμε για την επαναφορά των Αρχαίων αν δεν στραφούμε και αντλήσουμε και πάλι τα νάματα της σοφίας των Αρχαίων Ελλήνων, αυτών των κατοίκων που θέλουμε να αποκαλούμε προγόνους μας.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα,
 «Η Φωνή του Πειραιώς», αριθμός 13.042/6 Μαρτίου 1989.
Πειραιάς, Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013.

Υ. Γ. Και, διαβάζοντας τον πρώτο τόμο ραψωδίες Α-Μ της του παππού μας Ομήρου «ΙΛΙΑΣ»,  στην εξαίσια μετάφραση του ομότιμου καθηγητή και συγγραφέα Δημήτρη Ν. Μαρωνίτη, εκδόσεις Άγρα 2009, όχι δεν θα γράψω Ομηρικό απόσπασμα, αλλά το απόσπασμα που παραθέτει του Άγγλου μεταφυσικού ποιητή και θεολόγου Τζων Νταν(1572-1631), στην σελίδα 11 του βιβλίου σε μετάφραση του συγγραφέα Μίλτου Φραγκόπουλου.
      «…όλη η ανθρωπότητα είναι έργο ενός συγγραφέα και είναι όλη ένα βιβλίο. Όταν ένας άνθρωπος πεθαίνει, δεν σκίζεται κάποιο κεφάλαιο από το βιβλίο αυτό, αλλά μεταφράζεται σε μια άλλη γλώσσα καλύτερη. Και κάθε κεφάλαιο έτσι πρέπει να μεταφραστεί. Ο Θεός χρησιμοποιεί πολλούς μεταφραστές: άλλα κείμενα μεταφράζονται από την ηλικία, άλλα από την αρρώστια, άλλα από τον πόλεμο, άλλα απ’ την δικαιοσύνη».                                      



             


ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Κ.-ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

«Μαρτυρίες», Αθήνα 1990.

     Σε έναν κόσμο που όλα υποδηλώνουν την στέρηση και την αποξένωση, τον υπαρξιακό εφιάλτη του κενού και την αχαλίνωτη άρνηση κάθε είδους ευαισθησίας, και την προβολή κάθε είδους και μορφής κυνισμού, που, τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης υποβάλλουν την ατμόσφαιρα της ανωνυμίας του ατόμου στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις και εντείνουν την αίσθηση της κοινωνικής ερήμωσης και της ατομικής μοναξιάς του, τι μπορεί να μας σταθεί αρωγός στα δίσεκτα αυτά χρόνια σε προσωπικό και σε συλλογικό επίπεδο; Ίσως μόνο η Τέχνη, και ειδικότερα η ποίηση.
Η βίωση της ιερής της ουσίας ίσως μας βοηθήσει στην ανεύρεση της χαμένης μας αθωότητας και ανθρώπινης ταυτότητας μας και της χαμένης μας ενόρασης.
      Την αλήθεια αυτή γνωρίζει ο ποιητής Κώστας Παπαδημητρίου και στο νέο του βιβλίο με τον τίτλο «Μαρτυρίες», επιδιώκει να μας γνωρίσει τα μηνύματά της.
Ο ποιητής ανήκει στην κατηγορία των δημιουργών εκείνων που οι ιστορικοί της λογοτεχνίας και της ποίησης ονομάζουν θρησκευτικούς-υπαρξιακούς ποιητές.
     Όπως είναι παραδείγματος χάρη: ο Γιώργος Θέμελης ο εκ Θεσσαλονίκης, ο λησμονημένος Τάκης Παπατσώνης, ο και πάλι Θεσσαλονικιός Γιώργος Βαφόπουλος, η Πειραιώτισσα Όλγα Βότση και αρκετοί άλλοι.
   Και σίγουρα η ποιητική φωνή του Κώστα Παπαδημητρίου, εκτός από την υπόγεια άρδευσή της με ενορατικές καταστάσεις ενός γενικού θρησκευτικού μυστικισμού είναι μάλλον κοντύτερα στην ποιητική φωνή του Γιώργου Θέμελη, που, όπως γράφει ένας δάσκαλος των Ελληνικών γραμμάτων ο ξεχασμένος και αυτός συγγραφέας και μεταφραστής Κίμων Φράίερ: «ανήκει σ’ έναν εσωτερικό χώρο-η ποίηση του Θέμελη-όπου η ψυχή είναι η μόνη πραγματικότητα».
      Το ύφος του Παπαδημητρίου, είναι έντονα λυρικό, πέρα από την ξηρότητα που αποπνέουν ορισμένες λέξεις μέσα στο ποιητικό σώμα, τα συναισθήματά του επίσης αποτυπώνονται με χαμηλούς εξομολογητικούς τόνους έτσι όπως ταιριάζει σε έναν ποιητή του δικού του βάθους, που αναζητά με ασκητική προσπάθεια το διάλογο με τον Θεό και τον άλλον.
Μια αίσθηση ερημιάς, διατρέχει την ποίησή του και μια πικρή νότα νοσταλγίας από περασμένες περιπλανήσεις της μνήμης.
     Η Θεματολογία της ποίησης του Παπαδημητρίου, επικεντρώνεται στην κατακερματισμένη προσωπικότητα των ευαίσθητων πληγωμένων και μοναχικών δημιουργών που, απόβλητοι ενός κόσμου που κενώθηκε ξαφνικά και γέμισε πλάνες μέσα από το ιερό ατομικό τους δράμα και τις ποιητικές εξάρσεις μοναξιάς τους, δεν ψηλαφούν μόνο την εύθραυστη αυτάρκειά τους, το κενό που εξουσιάζουν και γίνεται δρόμος και τους συντρίβει αλλά, βασανίζονται να πετύχουν την ακεραίωσή τους και την επαναμορφοποίησή της γυμνητεύουσας ψυχής τους, ενώ συγχρόνως, αναζητούν να ανακαλύψουν πέρα από την αλαζονεία των θνητών σωμάτων τους και της γνώσης που γίνεται θλίψη, τους αόρατους δεσμούς συνέχειας σε μια εποχή πνευματικής και θρησκευτικής πλάνης και συναισθηματικής αποσύνθεσης. Προσπαθούν να πιστέψουν σε ένα αύριο που δεν θα είναι πάντοτε θάνατος. Ο αγώνας αυτός είναι ο έναυλος πόθος του δημιουργού που μηχανεύεται διάφορα τεχνάσματα για να ξεγελάσει το χαμογελαστό πρόσωπο του θανάτου, του μόνου σίγουρου συντρόφου μέχρι το τέλος του ταξιδιού του. Ενώ η έμφορτη μα ακατόρθωτη αρμονία και ένταση συνείδησή του κινείται ανάμεσα στη φθορά και την αφθαρσία, το μεταφυσικό φτερούγισμα της πίστης και την ενσάρκωση στις βυσσοδομούσες λέξεις, ανάμεσα στην χίμαιρα των οραμάτων και τις οικίες μορφές που αγιάσθηκαν από την δική μας αγάπη.
     Τον ποιητικό λόγο του Κώστα Παπαδημητρίου, διακρίνει ένας αναγωγικός δυναμισμός, όπως σημειώνει σε ένα κείμενό του ο φιλόσοφος και στοχαστής Στέλιος Ράμφος, γιατί είναι ένας λόγος λειτουργικός που τείνει προς μία επανατοποθέτηση του συνόλου τρόπου της ζωής μας και όχι, προς μια διανοητική επανερμηνεία της.
      Είναι ένας σαοφρόσυνος λόγος, που κινείται σε ένα Ηρακλείτειο χρονικό σύμπαν και σε ένα σύμπαν μιας έμβιας σιωπής.
Όπου η δημιουργική αμφιβολία του Καλλιτέχνη, συνεχίζει το έργο του Θεού.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα, «Η Φωνή του Πειραιώς» 
αριθμός 13.654/ Τρίτη 6 Αυγούστου 1991, σελίδα 1,2.
Πειραιάς, Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013.

Υ. Γ. Και για αυτούς τους χαζούληδες, ανέραστους και νεόπλουτους νεοέλληνες που φρονούν ότι με την βία, τον φόβο, τον δογματισμό και την καθαρότητα της φυλής θα επιβιώσουμε σαν Ελλάδα και σαν Έλληνες, και ότι για όλα φταίνε οι άλλοι, οι ξένοι, οι παλαιότεροι και ουχί ημείς και υμείς, το παρακάτω ποίημα του Άγγλου ποιητή και συγγραφέα Τόμας Στερν Έλιοτ.
Αφιερωμένο στους συνέλληνες και στον Θεό της Ελλάδος, που, επιτέλους κατόρθωσαν να πτωχεύσουν την χώρα τους, ουφ πια τόσος κόπος και να πήγαινε χαμένος;

ΟΙ ΑΣΗΜΑΝΤΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

                  «Είμαστ’ οι ασήμαντοι άνθρωποι
Είμαστ’ οι βαλσαμωμένοι άνθρωποι
Που σκύβουμε όλοι μαζί.
Άχυρα γεμάτο το κεφάλι μας. Αλίμονο!
Οι άνυνδρες φωνές μας, σαν
Ψιθυρίζουμε όλοι μαζί
Είν’ άσκοπες και σιγανές
Σαν αγέρας σε γρασίδι ξεραμένο
΄Η ποντικού πατημασιές σε γυαλιά θρυμματισμένα
Στο άδειο μας κελάρι

Άμορφο σχήμα, άχρωμη σκιά,
Δύναμη παράλυτη, γνέψιμο ακίνητο,

Κείνοι που διάβηκαν
Με μάτια σταθερά, το βασίλειο το άλλο του θανάτου
Μας θυμούνται-αν θυμούνται-όχι σα χαμένες
Φλογερές ψυχές, αλλά μονάχα
Σαν ασήμαντους ανθρώπους
Σα βαλσαμωμένους ανθρώπους».

THE HOLLOW MEN

We are the hollow man
We are the stuffed men
Leaning together
Headpiece filled with straw. Alas!
Our dried voices, when
We whisper together
Are quiet and meaningless
As wind in dry grass
Or rats’ feet over broken glass
In our dry cellar
Shape without form, shade without colour,
Paralysed force, gesture without motion;
Those who have crossed
With direct eyes, to death’s other Kingdom
Remember us- if at all- not as lost
Violent souls, but only
As the hollow men
The stuffed men.

Tomas Stern Eliot

«Τα Ποιήματα-1909-1962», δίγλωσση έκδοση, εκδόσεις Εξάντας, 1994, μετάφραση Λέανδρος Κ. Βατάκας.   
           
              

     

ΜΑΡΙΑ ΡΟΥΣΣΟΥ-ΤΙ ΘΑ ΠΑΘΕΙ

ΜΑΡΙΑ  ΡΟΥΣΣΟΥ

«Τι θα πάθει μ’ ένα χαστούκι», εκδόσεις Εστία-Αθήνα 1990,

     Ο Γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας Ζαν Πωλ Σαρτρ, στο γνωστό θεατρικό του έργο «Κεκλεισμένων των Θυρών», αναφέρει την πασίγνωστη ρήση η Κόλαση είναι οι άλλοι. Και, ίσως να συμβαίνει τις περισσότερες φορές μέσα στο περιβάλλον των σύγχρονων κοινωνιών που ζούμε, δεν σταμάτησε όμως, μαζί με την σύντροφό του (τον Κάστορα όπως την αποκαλούσε) την Σιμον ντε Μποβουάρ να αγωνίζεται να γράφει και να μετέχει στις πολιτικές συγκεντρώσεις του καιρού του, να υπογράφει μανιφέστα, να διοργανώνει διαδηλώσεις, να γράφει βιβλία, πιστεύοντας ότι με την διαρκή συμμετοχή του, τους αγώνες του και τα γραπτά του θα βοηθούσε στην καλυτέρευση και στην αλλαγή της κοινωνίας και το ουσιαστικότερο, στην αφύπνιση των ανθρώπων και την απελευθέρωσή τους από τα δεσμά της σάπιας κατεστημένης κοινωνίας της εποχής των.
     Κάθε φορά που ένας άνθρωπος ξεδιπλώνει τον εσωτερικό του κόσμο στους άλλους, ή σε κάποιον άλλον ατομικά, η πράξη του αυτή μας βεβαιώνει ότι ο κόσμος μας δηλαδή η Κοινωνία μας μπορεί ακόμα να σωθεί, που σημαίνει να γίνει καλύτερη και ανθρωπινότερη, ότι έχει ακόμα μέλλον.
Όταν κάποιος ανοίγει την καρδιά του στον συνάνθρωπό του-είναι αυτό που λέμε ανοικτός σε νέες εμπειρίες και περιπέτειες ζωής-και του ζητά να τον αποδεχτεί, να τον συμπαθήσει ή να συμπορευθεί μαζί του και γιατί όχι όταν το επιτρέπουν οι συνθήκες να γίνει ένας άλλος Σίμωνας ο Κυρηναίος και να σηκώσει έστω και για λίγο μαζί του το βαρύ φορτίο της ζωής τότε υπάρχει ακόμα ελπίδα στον κόσμο. Ο άλλος, ο ξένος ή οικείος, σε αυτές τις περιπτώσεις δεν έχει το δικαίωμα να κρίνει την ζωή, τις αποτυχίες, τα λάθη ή την συμπεριφορά αυτού που απευθύνεται για βοήθεια, ούτε γίνεται να τον μετρήσει με τα δικά του μέτρα και σταθμά του προσωπικού του βίου. Απλά και διακριτικά αγωνίζεται να τον κατανοήσει και να του συμπαρασταθεί. Οι κρίσεις και κατακρίσεις είναι για αργόσχολους κρατικοδίαιτους ιερείς του όποιου θρησκευτικού δόγματος, τους δήθεν πρεσβευτές ενός ανύπαρκτου Θεού.
      Και κατά την δική μου άποψη, αυτός είναι ο σκοπός της Τέχνης γενικότερα, της ουσιαστικής και διαχρονικής, με την προφορική και γραπτή μας δημιουργία να προσπαθούμε να οικοδομήσουμε καινούργιες λειτουργικές συμπεριφορές και στάσεις ζωής, εξομολόγου και εξομολογούμενου.
Η Τέχνη, μας δίνει την δυνατότητα να πλησιάσουμε τους άλλους, να τους συναντήσουμε στον κοινό μας αγώνα, να ανταλλάξουμε απόψεις μαζί του, να συνοδοιπορήσουμε σε άγνωστα μονοπάτια του κοινωνικού μας βίου ή των ατομικών μας ονείρων. Κάτι, που συχνά μας το απαγορεύουν οι πολύμορφοι κοινωνικοί κανόνες και επιταγές, οι θρησκευτικοί καταναγκασμοί, οι διάφορες εκκλησιαστικές απαγορεύσεις και φυσικά οι κατά καιρούς ιδεολογίες των κλειστών κοινωνιών, αλλά και των ανοικτών.
Η Τέχνη σε όλες της τις εκφράσεις και αποτυπώσεις είναι η γέφυρα επικοινωνίας με τον άλλον, με τον διπλανό μας, με τους προαπελθόντας προγόνους μας, όπου και όποτε η ίδια η κοινωνία με τους πολυμήχανους μηχανισμούς της στέκεται ενάντια.
     Οι σκέψεις αυτές ήρθαν αβίαστα στο μυαλό μου, καθώς διάβαζα τις ιδιωτικές εξομολογήσεις της Μαρίας Ρούσσου.
Το βιβλίο της συγγραφέως δεν θα ήταν παράτολμο αν έγραφα, ότι μας μιλά για την «κατάρα του να είσαι γυναίκα»τουλάχιστον στον Ελλαδικό χώρο για να μην μιλήσουμε και στον Βαλκάνιο, ή τον ασιατικό ή μουσουλμανικό με τις εκατοντάδες προλήψεις και θρησκευτικές και πολιτισμικές απαγορεύσεις.
Οι κοινωνικές παραδόσεις, οι πολιτικές δομές, οι θρησκευτικές μισαλλοδοξίες, ο ατομικός ρατσισμός και άλλοι κοινωνικοί και πολιτικοί παράγοντες μειώνουν την όποια αξία του γυναικείου προσώπου και πληθαίνουν την περιθωριοποίησή του. Ο κόσμος μας καθώς και οι μεταφυσικές του σταθερές και αρχές παραμένουν ακόμα αντροκεντρικές, φαλλοκρατικές θα γράφαμε για να χρησιμοποιήσουμε έναν πολυχρησιμοποιημένο όρο.
    Η Ελλάδα μια υπανάπτυκτη χώρα, με μια καθυστερημένη κοινωνία, ακολουθεί τα χνάρια των άλλων βαλκανικών συγγενικών ημιανάπτυκτων κρατών έστω και αν εντάχθηκε με τα χίλια ζόρια(τα δικά της) στην ΕΟΚ. Οι κάθε είδους και μορφής ρατσισμού, είτε αφορά την φυλή, είτε αφορά το θρήσκευμα, είτε αφορά τον ερωτικό προσανατολισμό, είτε αφορά την γλώσσα, είτε την οικονομία κ.λ.π., υφέρπει κάτω από το εξωτερικό ένδυμα της δήθεν κοινωνικής μας ανεκτικότητας και του ιστορικού μεγαλείου της ένδοξης φυλής μας και της μοναδικής και καθαρής ορθότητας της πίστης μας.
Η πνευματική μας τελμάτωση, η έλλειψη γενικότερου ενδιαφέροντος για την παιδεία, η υποκουλτούρα που διαχέεται στο κοινωνικό σώμα, η ψυχική μας αφυδάτωση, ο άκρατος ατομισμός, η αδιαφορία για το δημόσιο περιβάλλον και φυσικά τα οικονομικά μας αδιέξοδα επαυξάνουν αντί να μειώνουν το πρόβλημα. Η κοινωνία μας γίνεται όχι πιο ανεκτική αλλά πιο αδιάφορη. Για να επιβεβαιώσει με τον τρόπο αυτό την γνωστή πολιτική διατύπωση της Αγγλίδας πρωθυπουργού Μάργκαρετ Θάτσερ ότι: «δεν υπάρχουν πια κοινωνίες παρά μόνο τα άτομα και οι οικογένειές τους».
     Έτσι, οι κοινωνικές συνθήκες που περιγράφει η συγγραφέας Μάγια Ρούσσου δεν μας ξενίζουν δεν μας τρομάζουν δεν παραξενεύουν τον αναγνώστη του έργου της. Έστω και αν αφουγκράζεται μάλλον τα συναισθήματά της αυτά μόνο στο επίπεδο της γλώσσας και του ύφους γραφής της.
    Η ηρωϊδα που δεν είναι παρά η ίδια η συγγραφέας, είτε σαν άγουρη παιδίσκη, είτε σαν έφηβο κοριτσόπουλο, είτε αργότερα ως μητέρα ή σαν αδερφή είναι μια ευαίσθητη ύπαρξη με ακμαίες τις σωματικές και ψυχικές της δυνάμεις, με έντονα ανεπτυγμένο το αίσθημα της «κυριαρχίας» και της σιγουριάς ότι μετέχει σε ένα κοινωνικό παιχνίδι, και που είναι καταδικασμένη να σπαταλήσει τον χρόνο της αξιοποιώντας μόνο ένα μέρος των ικανοτήτων της και της πνευματικής της ικμάδας, ενώ το υπόλοιπο το σπαταλάει σε μια αμυντική στάση στην κάθε είδους και μορφής αντρική εξουσία, αντί να το διαθέσει σε πιο δημιουργικές ενέργειες για την ίδια και την κοινωνία. Όποτε πάλι χρειάστηκε να αποφασίσει η ίδια για το ίδιο της το μέλλον, (όταν έπρεπε να ζήσει μαζί με τον καπετάν Γιάννη και την Ζαφειρούλα ή στην ολιγοήμερη σχέση της με τον Γιώργο κ.λ.π.) αρνείται ή δεν κάνει την απαραίτητη υπέρβαση να έρθει σε ρήξη όχι μόνο με το εξωτερικό δυναστευτικό της περιβάλλον αλλά και με τον ίδιο της τον εαυτό, με τις μέχρι τότε φοβίες της. Το αίσθημα της ήττας και της ηττοπάθειας που έχει συσσωρεύσει και εσωτερικεύσει καταπνίγει από μόνο του κάθε μορφή ανάληψης πρωτοβουλίας ακόμα και εκείνης που θα μπορούσε να την απελευθερώσει και να την βοηθήσει να αλλάξει την πορεία του βίου της επί τα βελτίω. Η αίσθηση της ενοχής, υπερκαλύπτει την τάση της για ανεξαρτησία. Γιαυτό και η ίδια αναρωτιέται: «Μητέρα και ερωτευμένη γίνεται;».
Δυστυχώς οι καταναγκαστικοί μηχανισμοί της πολιτικής, θρησκευτικής και κοινωνικής εξουσίας είναι τόσο ισχυροί, και όταν μάλιστα σου επιβάλλονται από τα παιδικά σου χρόνια, είναι σίγουρα ακατόρθωτο και ίσως και επικίνδυνο να τους αναιρέσεις. Νομίζω ο παππούς μας Αριστοτέλης κάπου γράφει ότι αυτός που ζει μόνος του είναι ή Θεός ή Θηρίο. Και οι δύο επιλογές για εμάς τους κοινούς ανθρώπους, τα φθαρτά όντα της στιγμής που θα έλεγε και ο Αλεξανδρινός ποιητής είναι ακατόρθωτες.
     Ο λόγος της Μαρίας Ρούσσου είναι απλός, καθημερινός, η γλώσσα ρέει ήρεμη αβίαστα, αν και ορισμένες φορές ολισθαίνει προς την υπερβολή και την επικίνδυνη συσσώρευση αρνητικών λεπτομερειακών χαρακτηριστικών όσον αφορά τους άντρες ήρωές της, αυτή η αρνητική υπέρμετρα υπερβολή και καταδίκη απέναντι στην αντρική παρουσία ενίοτε σκοτεινιάζει τις καλές της προθέσεις όσον αφορά την γυναικεία χειραφέτηση.
Μια ατμόσφαιρα γαλήνης και ανακούφισης αναδύουν οι σκηνές στην εξοχή και οι εξομολογήσεις της γιαγιάς, όπου μέσα από το «ωκεάνιο αίσθημα» όπως έγραψε ο πατέρας της Ψυχανάλυσης Σίγκμουντ Φρόιντ, μεταφέρεται η εμπειρική αγάπη και στοργή προς την μικρή Μαρία.
     Τέλος, όπως επισημαίνει η επιμελήτρια της έκδοσης ΄Ελσα Σπαρτιώτη: «ο ρεαλισμός της γραφής της ζωντανεύει τη βία μιας παγκόσμιας πραγματικότητας».

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα «Η Φωνή των Πειραιώς» 4/12/1990.
Πειραιάς, Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013.

Υ. Γ. Άραγε, είκοσι τρία χρόνια μετά μήπως πρέπει να ξαναδιαβάσουμε το «Δεύτερο Φύλλο» της Σιμόν ντε Μποβουάρ; Ή και γιατί όχι το θεατρικό έργο του Άλμπυ, «ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ»
Θέλω να πω, πόσο άλλαξαν και προς τα πού οι κοινωνικές συνθήκες για την απελευθέρωση γενικότερα των ανθρώπων;                       

     

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΠΑΝΟΥ-ΑΓΩΝΙΕΣ

ΚΩΣΤΑΣ  ΠΑΠΑΠΑΝΟΥ

«Αγωνίες», εκδόσεις Αναστάσιος Πιτσιλός-Αθήνα 1987

     Στο μυθιστόρημα αυτό, ο συγγραφέας Κώστας Παπαπάνου, σκιαγραφεί την διαδρομή ενός άντρα από τα εφηβικά του χρόνια μέχρι τον θάνατό του. Ανιχνεύει τον εσωτερικό του κόσμο και μας καταγράφει το προσωπικό του δράμα.
    Ένας έφηβος, μιας πολυμελούς οικογένειας, εγκαταλείπει το χωριό του μην αντέχοντας την αποπνικτική του ατμόσφαιρα, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη και μια ανετότερη ζωή στην μεγαλούπολη. Από την στιγμή αυτή, της απόφασης του εφήβου να εγκαταλείψει τα πατρογονικά του εδάφη και την οικογενειακή του εστία ο αναγνώστης γίνεται μάρτυρας μιας μακράς και επώδυνης πορείας. Μιας εσωτερικής προσφυγιάς που επιτελέστηκε στα μετακατοχικά και μετεμφυλιακά χρόνια σε όλη την Ελληνική επικράτεια.
Ο μυθιστοριογράφος μας αφηγείται τις αντιξοότητες που αντιμετωπίζει ο ήρωας στο καινούργιο του περιβάλλον, τις ανυπέρβλητες δυσκολίες του για να επιβιώσει μέσα στην λαίλαπα του πολέμου, της κατοχής, την μετέπειτα οικονομική του εξέλιξη αλλά, και το οικογενειακό του αδιέξοδο.
     Ο δύσκολος και ανηφορικός δρόμος που πορεύεται ο ήρωας, είναι εκείνος που πορεύθηκαν όλες οι μεταπολεμικές γενεές άλλοτε με σχετική επιτυχία άλλοτε με ανυπέρβλητες δυσκολίες και προσωπικά αδιέξοδα και αποτυχίες.
Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, δεν κατάστρεψε μόνο τον φυσικό χώρο της Ελλάδας σε όλα του σχεδόν τα γεωγραφικά διαμερίσματα, αλλά και τα ανθρώπινα οράματα τις ελπίδες και γενικά την ίδια την ζωή των Ελλήνων. Όλες οι κατοπινές γενεές οι μετά την λαίλαπα του Πολέμου και της Κατοχής, αναζητούσαν απεγνωσμένα ένα ελπιδοφόρο σημείο αναφοράς για να σηματοδοτήσουν τους καινούργιους ορίζοντες που ανοίγονταν μπροστά τους. Είναι οι γενεές που όπως χαρακτηριστικά ανάμεναν ότι «θα φάνε με χρυσά κουτάλια» μετά την πείνα και τις κακουχίες που είχαν βιώσει ακόμα και στην πιο απλή καθημερινότητά τους.
    Μεγαλωμένος μέσα σε αυτήν την δραματική και έντονα ταραγμένη εποχή ο συγγραφέας με λυρικό στοχασμό, ύφος απλό και στρωτή καθημερινή γλώσσα, χωρίς να πολιτικολογεί, ή να χρωματίζει κομματικά τον λόγο του, στέκεται κοντά στον ήρωά του με φιλεύσπλαχνη ματιά και με θρησκευτική θα γράφαμε ευλάβεια, μας αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο, τις διάφορες πτυχές της ζωής του.
Τον παρακολουθεί κατά πόδας, και προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην σκληρή και αδυσώπητη μοίρα που βιώνει με καρτερία και τα προσωπικά του οράματα που αγωνίζεται να πραγματοποιήσει.
Ακόμα και η διάσταση των γενεών-όπως αυτή διαγράφεται μέσα από την σχέση πατέρα και κόρης-δεν δίνεται με μελοδραματικό τόνο και στεντόρειες θλίψης ιαχές, αλλά η όποια λύση προτείνει ο συγγραφέας, προσφέρεται μέσα από την κατανόηση, συμπάθεια και αποδοχή των θέσεων και προς τις δύο πλευρές.
    Ένα έντονο πάθος ζωής, μια αστείρευτη πίστη στις ανθρώπινες αξίες και ένα ελπιδοφόρο μήνυμα καθώς και ένα δυνατό μεταφυσικό πιστεύω για την ανθρώπινη υπόσταση διαπνέει όλο το έργο.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα, «Η Φωνή του Πειραιώς» αριθμός 12895/ 4 Αυγούστου 1988.
Πειραιάς, Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013.

Υ. Γ. Και στο πνεύμα της εορτής των ένδοξων ημερών της αντίστασης απέναντι στον βάρβαρο Γερμανό κατακτητή, ένα κομμάτι από βιβλίο του Πειραιώτη δοκιμιογράφου Δημήτρη Ραυτόπουλου:
«Έχω υποστηρίξει την άποψη, στηριγμένη σε όσα ξέρουμε από την εποχή του Βολταίρου και του Νίτσε, ότι κανένας πόλεμος, κανένας φασισμός, κανένας σταλινισμός, μαοϊσμός, τζιχαντισμός δεν θα είχε ποτέ υπάρξει, αν ο μέσος άνθρωπος δεν ήταν πρόθυμος να συμμετάσχει σ’ αυτό που λέγεται «παράνοια». Εκείνο που εξασφαλίζει τη μαζική συμμετοχή δεν είναι το «δίκαιο»-εθνικό, κοινωνικό, θρησκευτικό-αλλά το άδικο(όσο κι αν το δίκαιο είναι κίνητρο νόμιμο και αγαθό)….»
Και συνεχίζει «Η λογοτεχνία-ίσως είναι μόνη αυτή-μπορεί να διαβάσει σωστά την ιστορία: να την εξανθρωπίσει…  Συνεχίζω:
 Το μέγα πλεονέκτημα του πολέμου είναι ότι νομιμοποιεί τον φόνο, εξασφαλίζοντας όχι μόνο ατιμωρησία αλλά και αμοιβές, υλικές ή ηθικές, μαζί με μια συμβολική αθανασία. («Αθάνατοι» είναι οι δικοί μας νεκροί.) Αντίθετα, η μετριοπάθεια απέναντι στην πολεμική υστερία, ο φιλειρηνισμός, συχνά θεωρήθηκαν «προδοσία», αντεθνική στάση, ηττοπάθεια.»

Από το βιβλίο «εμφύλιος και λογοτεχνία», εκδόσεις Πατάκη 2012, σελίδα 11.            

         

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ Ν. ΜΟΣΧΟΣ

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ Ν. ΜΟΣΧΟΣ

«Οράματα και Θεωρήσεις»

     Ο Ευάγγελος Ν. Μόσχος είναι ένας πολυγραφότατος και έμπειρος κριτικός που εμμένει με αυτοθυσία στις θέσεις και αξιολογήσεις του. Θέσεις και κρίσεις μάλλον πεπαλαιωμένες, γενικόλογες και πληκτικά ανώδυνες. Αυτό διαφαίνεται και από τους αφρώδεις σχολιασμούς και τις ωραιόλογες φιλοφρονήσεις που δημοσιεύονται στο περιοδικό που διευθύνει, που, με την αλλαγή στην διεύθυνσή του, προσομοιάζει μάλλον προς τα αλήστου μνήμης παραεκκλησιαστικά περιοδικά «Προς τη Νίκη», η «Ζωή του Παιδιού», ή τα κενοσπούδαστα «Η Συζήτηση», και «Η Φωνή του Κυρίου».
Είναι η κριτική θεώρηση των λογοτεχνικών πραγμάτων των «μικροαστοχριστιανών»,-που για μεγάλο ,ιστορικά χρονικό διάστημα επεβίωσε ως κρατική ιδεολογία και συντηρητική πολιτική και κυβερνητική επιλογή-που θέλουν οι ομάδες αυτές την Τέχνη απαλλαγμένη από κάθε επαναστατικό της πυρήνα ή εκρηκτική της διάσταση. Μια Τέχνη, αφυδατωμένη, ανάλαφρη, και ανώφελα προσδιορίσημη στην προπαγανδιστική της προοπτική και καταστολή, στατική στην επεξεργασμένη ακινησία της και εννοιοχρησιακή διατύπωσή της. Μια φιλτραρισμένη καλλιτεχνική παράδοση και εκφραστική, για διανοούμενους και τάχα σκεπτόμενους κοντά στο τζάκι του Μεγάρου, στοχαζομένους τα προβλήματα του τόπου τους και της Τέχνης, καθώς η λαβίδα της επιλεκτικής μνήμης τους ανασκαλεύει τα περασμένα κλέη τους. Απόψεις μελετητών για περισπούδαστους στοχαστές και αναγνώστες που κάνουν κρόουλινγκ στα αφρισμένα κύματα της καλλιτεχνικής μας παράδοσης.
     Το νέο βιβλίο του Πειραιώτη συγγραφέα, είναι μάλλον χωρίς εσωτερική ενότητα, από ένα συνδετικό και συνθετικό σκελετό. Αποτελείται από δεκαέξι κείμενα που φιλοδοξούν να αρθρώσουν έναν ερμηνευτικό δοκιμιακό λόγο και να αξιολογήσουν το επιλεγμένο έργο των εξεταζόμενων δημιουργών.
Συνεξετάζονται ποιητές μαζί με πεζογράφους, που μάλλον δεν προάγουν έναν ενιαίο αισθητικό κοινό λόγο. Δεν αποτελούν ένα ερμηνευτικό όλο που παράγει τους αναγκαίους ερεθισμούς επεξεργασίας, πέρα ασφαλώς από την επιμέρους διερεύνησή τους.
Ποια σχέση μπορεί παραδείγματος χάρη να έχει ο μύστης Άγγελος Σικελιανός με τον χαμηλόφωνο υπερρεαλιστή Δημήτρη Παπαδίτσα.
Ο πολιτικός και παραλίγο ποιητής Γεώργιος Αθάνας με τον σύγχρονο Έλληνα άγιο Νίκο Καζαντζάκη. Ο μελιστάλαχτος και δακρύβρεχτος Γεώργιος Βερίτης με τον Πέτρο Πικρό;
    Τα κείμενα αυτά, είναι παλαιότερες δημοσιεύσεις σε διάφορα περιοδικά του συγγραφέα που η ένταξή τους όμως σε έναν τόμο δεν αποτελεί απαραίτητα Οραματικές Θεωρήσεις της λογοτεχνίας μας κατά την γνώμη μου. Περισσότερο προβάλλουν στον αναγνώστη την προστατευτική θρησκευτικότητα του Πειραιώτη ερμηνευτή στις υψίσυχνες υποβολές της. Ξεχωρίζουν ασφαλώς οι επισημάνσεις των όχι και τόσο άγνωστων ποιητικών φλεβών στους δύο πασίγνωστους πεζογράφους, του Γιώργου Θεοτοκά και του Στρατή Μυριβήλη, που όμως, δεν στοιχειοθετούν επαρκές ερέθισμα για μια ιδιαίτερη ανάγνωση των συγκεκριμένων λογοτεχνών.
   Η Γενιά του 1930 η προσκολλημένη στην εξουσία και τους μηχανισμούς λογοκρισία της εποχής της, γνωρίζουμε πλέον-πέρα ασφαλώς από τα θετικά-πεταρίσματά της και την προσφορά της στα καλλιτεχνικά διαδραματιζόμενα, ότι σε γενικές γραμμές εγκιβώτισε τα λογοτεχνικά πράγμα της χώρας σε μια προσχεδιασμένη προοπτική αλλότρια των Ελληνικών προβλημάτων.
     Σε μια χώρα που ακόμα και σήμερα μεγαλουργεί χάρις των μεγαλοφυών γονιμοποιών ιστορικών της Μύθων, επεδίωξε να αλλοιώσει το φρόνημα του λαού της, να τροποποιήσει την παράδοσή της, και να προάγει την αισθητική των «προστατών της». Και μάλλον σπάνια συναντάμε μελέτες που να μας κάνουν λόγο για το λοξοδρόμισμα της λογοτεχνικής πορείας από την συγκεκριμένη Σχολή. Και ακόμα, γιατί ιεροί κολοσσοί της παράδοσής μας όπως υπήρξαν ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Άγγελος Σικελιανός, ο Εμμανουήλ Ροΐδης, ο Γεώργιος Βιζυηνός, και γιατί όχι και ο Αντρέας Λασκαράτος, ο Γεώργιος Σουρής, ο Ίωνας Δραγούμης και άλλοι, παραγνωρίσθηκαν, αν όχι σκοπίμως θάφθηκαν στην λήθη.
Γιατί ασφαλώς η Ελλάδα δεν είναι οι κατά τα άλλα αγαπητοί και σεβαστοί στρατηγός Ιωάννης Μακρυγιάννης, ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, και ο Γιώργος Σεφέρης, ή δεν είναι μόνον αυτοί.
     Ο Πειραιώτης συγγραφέας ακόμα, αναφερόμενος στα έργα λογοτεχνών που υποδηλώνουν την υπαρξιακή τους αγωνία, αντί να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία και να μας προσφέρει μια ουσιαστική ψυχογραφία των εξεταζόμενων, αναλίσκεται μάλλον σε δευτερευούσης σημασίας σκιαγραφήσεις. Η διακρίβωση της αναζήτησης του Θεού, του αισθήματος της μοναξιάς, της λήθης, κ.λ.π., είναι μοτίβα που συναντώνται συχνά στον λογοτεχνικό χώρο, σε μια χώρα τουλάχιστον, που μέχρι τις αρχές της προηγούμενης γενιάς παρήγαγε μύθους δημιουργικής παραμυθίας. Και η εκκλησιαστική και ποιητική παραμυθία της ιστορίας, ήσαν το κύριο συστατικό της ιδιοσυγκρασίας των κατοίκων της.
    Ο Ευάγγελος Μόσχος, δεν φωτίζει τις ιδιαίτερες στιγμές της ειδοποιούς διαφοράς των εξεταζόμενων συγγραφέων. Ίσως τα σκόρπια και ανομοιογενή κείμενα να μην βοηθούν στην εμβάθυνση των αναλυόμενων θεμάτων. Ακόμα και οι γλωσσικοί του σχολιασμοί μένουν μετέωρες επισημάνσεις χωρίς την απαραίτητη ένταξή τους στην γενικότερη προβληματική του γλωσσικού μας ζητήματος.
   Το μόνο που απομένει από την αξιέπαινη προσπάθεια του συγγραφέα, είναι ορισμένες προσωπικές κρίσεις που δυστυχώς δεν αναπτύσσονται αλλά πνίγονται σε μάλλον ανώφελες διαπιστώσεις.
     Το ευρύτερο πρόβλημα σε μια άλλη του διάσταση, είναι ότι ενώ όλοι μας διαπιστώνουμε ότι ο Κόσμος μας γύρω αλλάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα και ξέφρενους ρυθμούς, η ερμηνευτική του προσέγγιση και το πλησίασμά του παραμένουν σχεδόν με τον ίδιο τρόπο, και φυσικά και η απεικόνισή του από τον χώρο της Τέχνης.
Είναι αναγκαίο να ανανεώσουμε το πνευματικό μας βεστιάριο και να βιώνουμε την ιστορικά πονεμένη παράδοση μας και τα τραγικά ρηξικέλευθα στοιχεία της, και των εκατοντάδων δημιουργών της, αντί να επαναθηλάζουμε τις ωραιολογίες μας, και να δογματίζουμε τις φοβίες της πίστης μας. Πίσω μας, έχουμε μια ιερή και ηρωική παράδοση που δυστυχώς βρίσκεται στα χέρια κρατικοδίαιτων ερμηνευτών και σχολιαστών και ολιγόνοων Έρκουρων.
Οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι η Τέχνη είναι η κατεξοχήν ανατρεπτική διαδικασία του ανθρώπου, κι η μόνη αντιεξουσιαστική πρόταση. Αναγεννάται στο «περιθώριο» και αρκετές φορές δεν αποζητά ούτε την δική της αθανασία, ή ακόμα και υστεροφημία.
Η Τέχνη προκαλεί ζυμώσεις δημιουργίας θύλακες αμφισβήτησης και όχι δρόμους πρόσβασης προς την εξουσία ή συμπόρευση μαζί της.
     Ο ουσιαστικός δημιουργός είναι ένας πραγματικός αντιεξουσιαστής στυλίτης, και όχι ένας ανιχνευτής κατεστημένων επιλογών και κριτηρίων που απορρέουν από την κρατική πελατειακή πρόταση ή την σωματειακή ιδεολογία ή συνδικαλιστική υπεκφυγή.
     Η Τέχνη όσο οι άνθρωποι εξακολουθούν να ονειρεύονται, θα είναι η σχάση των επιθυμιών τους και της ανεξερεύνητης ακόμα ευαισθησία τους. Και όχι η πρόσβαση στο Ίντερνετ της άκομψης αθανασίας τους.
     Τέλος, η καθαρή Τέχνη είναι ή θα είναι το ευκταίο Όραμα μέσα στη γενικότερη θεώρηση τη Ζωής, όσο θα υπάρχουν θνητά δίποδα όντα που αποφάσισαν να εξερευνήσουν τον Κόσμο γύρω τους.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα 
«Η Φωνή του Πειραιώς» αριθμός 14.983/ Τετάρτη 13 Μαρτίου 1996, σελίδες 1,2.

Πειραιάς, Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013.

Άξιον εστί το τίμημα των εκατοντάδων αγώνων των προγόνων μας.
Οφειλή μας η διατήρηση της μνήμης τους.                          

           

Ε. ΜΟΣΧΟΣ-ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ Ν. ΜΟΣΧΟΣ

«Η Μεταφυσική αγωνία στον Παλαμά»,
εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμα-Αθήνα 1993, σελίδες 355.

     ΑΓΡΥΠΝΗ ΚΑΙ ΦΩΤΕΙΝΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ


     Ο Νους, είναι το ακάνθινο στεφάνι της καρδιάς. Της καρδιάς που πάντα ποθεί τα επουράνια και πάντα γλιστρά προς τα επίγεια. Αυτή η διαρκής αμάχη ανάμεσα στο νου και την καρδιά είναι ο κεντρικότερος άξονας στην ποίηση του Κωστή Παλαμά.
Το βασικό πρόβλημα του βάρδου ποιητή υπήρξε η διχοστασία του, τόσο στον προσωπικό του βίο μάλλον όσο και στο έργο του. Ο Κωστής Παλαμάς όπως και ο Κώστας Καρυωτάκης αποτελούν ίσως τις τραγικότερες φυσιογνωμίες της Ελληνικής ποίησης. Το έργο του, είναι κατάσπαρτο από τον σπόρο της αμφιβολίας και της προσωπικής του ταλαιπωρίας. Με πληγωμένη την παιδική του ηλικία, τραύματα που μάλλον δεν κατόρθωσε να επουλώσει, ο νεανικός του βίος ταιριάζει ίσως σε παιδικό ήρωα του Βίκτωρος Ουγκώ, ή του Καρόλου Ντίκενς.
  Ο Παλαμάς διακατέχεται από μια bleading Childhood, από την νιότη που εξακολουθεί στο χρόνο να αιμορραγεί.
Οι άλλοι θεματολογικοί άξονες του κολοσσιαίου έργου του είναι τα διάφορα μοτίβα και θέματα που αφορούν έναν μεγάλο δημιουργό που με αγωνία ιχνογραφεί και προσπαθεί ταυτόχρονα να αλλάξει την εποχή του και το περιβάλλον του.
     Το έργο του Κωστή Παλαμά διακρίνει ένας γνωσιολογικός αισθησιασμός, φορτισμένος από τον οξύ τόνο μιας παρατεταμένης υπαρξιακής αμφιβολίας. Γιαυτό ρέπει προς την αναμέτρηση και όχι την αντιπαράθεση, ανάμεσα στην μεταφυσική και τον ορθολογισμό, όπως επίσης διακρίνεται τόσο έντονα στο έργο του μεγάλου Κρητικού Νίκου Καζαντζάκη.
Για τον Παλαμά η τέχνη της ποιήσεως στάθηκε η λυτρωτική διέξοδος για να καταλαγιάσει μέσα του αυτή την ένστικτη αμφιβολία του. Και ενώ επικρατεί το ηρωικό στοιχείο μέσα στις μεγαλόπνοες ποιητικές του συνθέσεις, ταυτοχρόνως μια εωσφορίζουσα προσωπική αμφισβήτηση κατατρώγει τα θεμέλιά του. Την στιγμή που οι σάλπιγγες της επιτυχίας ηχούν, ακούγονται οι πένθιμες φωνές των καμπανών. Και έρχεται στο νου μας ο λόγος του φτωχούλη του Θεού, του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης: «Κύριε βοήθησέ με να υποφέρω αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω. Βοήθησέ με να αλλάξω αυτό που δεν μπορώ να υπομείνω». Από άποψη ψυχονοοτροπίας ο Παλαμάς ταιριάζει περισσότερο(;) στον Δανό υπαρξιστή φιλόσοφο Σέρεν Κίρκεγκορ παρά στον Γάλλο φιλόσοφο και φυσικό Μπλεζ Πασκάλ, και όσον αφορά τους δικούς μας, μάλλον περισσότερο στον μυθιστοριογράφο της Ρωμιοσύνης και αγιογράφο κυρ Φώτη Κόντογλου όσον αφορά την απεικόνιση της Ρωμιοσύνης, παρά στον κυρ Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
     Ο Κωστής Παλαμάς ενσωματώνει στο τεράστιο και πολύπλευρο έργο του τις ριζοσπαστικότερες και πιο σύγχρονες τάσεις και σχολές της εποχής του. Στάθηκε πάντα ενήμερος και γνώστης των Ευρωπαϊκών πνευματικών γεγονότων της εποχής του. Η άγρυπνη και φωτεινή συνείδησή του, καθώς και ο μάλλον συνεσταλμένος χαρακτήρας του, τείνουν προς μια έντονα υποκειμενική αντίληψη των κοινωνικών και καλλιτεχνικών πραγμάτων ίσως όχι μέσα από την καθημερινή πρακτική, και την κουραστική καθημερινότητα όσο από μια γνωσιολογική «εμμεσοποίηση» και ερμηνεία του φυσικού χώρου.
    Ο έντονος λυρισμός, η φανερή και σε κάποια σημεία «πομπώδη» πατριδολατρία, ο άλλοτε υπολανθάνων και άλλοτε έντονος εθνικισμός του, ο ευδιάκριτος αρκετές φορές μηδενισμός του, η τόσο γνωστή σε μας ηρωολατρεία, ο έντονος εξιδανικευτικός-ιδεαλιστικός τόνος μεγάλου μέρους του ποιητικού του έργου, η σπουδή του πάνω στην υπαρξιακή ταυτότητα των αντιθέσεων, ο Κασσιανισμός του, ο Τυρταιϊσμός του, δεν είναι παρά οι ερμηνευτικές του αφετηρίες όχι μόνο του ποιητικού του οράματος, αλλά, και οι διέξοδοί του για να απαλλαγεί από το «υπαρξιακό του άλγος».
Διακρίνουμε επίσης, μια διφορούμενη ευθύτητα του ποιητικού του οραματικού σχεδιασμού. Το ποιητικό του όραμα «αυτονομείται» και ανυψώνεται πέρα και πάνω από τον ίδιο τον δημιουργό του, ενώ ο ίδιος ο πνευματικός δημιουργός παραμένει εγκλωβισμένος μέσα στις μεταμφιεσμένες φοβίες του και αναστολές του απέναντι σε άλλες ποιητικές μονάδες εντός και εκτός Ελλαδικού χώρου. Γιαυτό ας μας επιτρέψει ο Πειραιώτης δοκιμιογράφος και συγγραφέας, να διαφοροποιηθούμε από την ερμηνευτική του προσέγγιση και τον τρόπο που πλησιάζει το έργο του μεγάλου αυτού πολυμήχανου ποιητικά βάρδου του Ελληνισμού.
    Ο Ευάγγελος Μόσχος, είναι ένας έμπειρος κριτικός και γνώστης της Ελληνικής ποίησης, έστω και αν την πλησιάζει με πεπαλαιωμένα ερμηνευτικά υλικά. Η καθαρότητα της γραφής του, το απλό και νηφάλιο ύφος του, είναι στοιχεία που διακρίνουν το έργο του. Τον διακρίνει ακόμα, μια νοσταλγικότητα και μια εμμονή στις παραδοσιακές προσεγγίσεις μάλλον άλλων εποχών, αλλά, και ένα καλοκάγαθο πλησίασμα των έργων που αναλύει. Οφείλουμε να τονίσουμε επίσης ότι, η οπτική του ερμηνεία, φέρει έντονα το στίγμα της χριστιανικής μεταφυσικής του, του τρόπου του ατομικού πιστεύω του. Είναι μια αξιολογική των πραγμάτων και των πνευματικών καθέκαστων επιλογή, που ποτέ δεν απέκρυψε, και την εφάρμοσε με θαρραλέα αλήθεια μέσα στο δικό του έργο. Κάτι, που ασφαλώς δεν έχουμε το δικαίωμα, τουλάχιστον αυτό πιστεύει ο γράφων, να την κρίνουμε. Άλλο όμως η προσωπική μας πίστη και χριστιανική μεταφυσική αγωνία, άλλο το έντονο ή μη διάσπαρτο θρησκευτικό στοιχείο που συναντάται στο έργο ενός συγγραφέα, και άλλο η προσωπική μας προβολή πάνω στο έργο του, των δικών μας ατομικών υπαρξιακών οραμάτων. Κάτω από αυτήν την οπτική προοπτική, μέσα από αυτό το συγκεκριμένο και στενό πρίσμα θεωρώ ότι χάνεται η ετερότητα του όποιου κειμένου εξετάζουμε, αλλοιώνεται η ταυτότητα του ίδιου του πρωτογενούς κειμένου, που ίσως να μην είναι και μέσα στις προθέσεις του πρωταρχικού δημιουργού. Το κείμενο, λυγίζει από την μάλλον «πρωσοποπαγή» αυτή ερμηνεία του σχολιαστή του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο οποιοσδήποτε καλοπροαίρετος και ενημερωμένος σχολιαστής ενός κειμένου, δεν μπορεί ή του απαγορεύεται να ερμηνεύσει ή να επαναπροσδιορίσει το αρχικό αφετηριακό κείμενο του δικού του αφετηριακού σχολιασμού. Τα όρια μεταξύ του πρωτογενούς δημιουργήματος και του σχολιαστικού κειμένου του είναι πολλές φορές δυσδιάκριτα. Και σίγουρα ένα κείμενο, πέρα από τις προτάσεις ερμηνείας του, είναι πάντοτε ή εξακολουθεί να παραμένει ανοιχτό σε όλες τις διαδικασίες προσέγγισής του. Αυτό κάθε αυτό κείμενο παραμένει ατελείωτο συνεχίζεται μέσα στον καινούργιο σχεδιασμό των εκάστοτε αναγνωστών του.
     Αν εξαιρέσουμε το εξομολογητικό προοίμιο του ογκώδους αυτού πονήματος καθώς και τα τελευταία κεφάλαια, η υπόλοιπη εργασία είναι τόσο μα τόσο έντονα φορτισμένη από τα χριστιανικά ιδεώδη του Πειραιώτη δημιουργού, που κουράζει αφάνταστα και μειώνει το εύρος της ερμηνευτικής του προσέγγισης. Επιβάλλεται θα γράφαμε, μια τέτοια επιθετική χριστιανική ευφορία, που δυστυχώς κατά την γνώμη μας, γονατίζει το πολύπλευρο και πολύτονο έργο του Κωστή Παλαμά και σίγουρα το αποψιλώνει από την τεράστια δυναμική του. Και δυστυχώς, η ερμηνευτική αυτή εκφόρτιση είναι τόσο γενικόλογη και επαναλαμβανόμενη που χάνεται μέσα στις καλές κατά βάθος προθέσεις της.
     Το ξεχωριστό και πολύτομο έργο της σίγουρα, επιβλητικότερης και σε επίπεδο μόρφωσης δυναμικότερης αυτής ποιητικής παρουσίας της εποχής της, όπως υπήρξε ο Μεσολογγίτης (αν και γεννήθηκε στην Πάτρα) Κωστής Παλαμάς, επειδή το ίδιο είναι ανένταχτο και ιδεολογικά πολυπρισματικό, εμπεριέχει το δικό του ειδικό βάρος πνευματικής εμβέλειας. Την δική του αυτοτέλεια προθεσιακών επιδιώξεων. Καθώς ακόμα και τα κειμενικά ατομικά του προδιαθεσιακά ποιητικά γονίδια φθοράς του. Την ιδιαίτερη προθεσμιακή χρονική του λήξη.
    Κάτω από αυτή την οπτική, θεωρώ ότι δεν έχουμε δικαίωμα μάλλον παρά τον όποιο χριστιανικό και θρησκευτικό μας οίστρο, να ραντίζουμε τους ποιητικούς καρπούς ενός έργου, όπως τα διάφορα φυσικά φρούτα στα καλάθια της αγοράς για να μην μαραθούν και σαπίσουν.
     Ο Ευάγγελος Μόσχος σέβεται το Παλαμικό έργο αναμφισβήτητα, όπως οφείλουμε να πράττουμε και εμείς οι νεότεροι οι ελάχιστοι εραστές της Ελληνικής ή παγκόσμιας ποίησης. Αλλά, θέλοντας να αντικρούσει τους Αντιπαλαμιστές και επικριτές του που, ούτε στην εποχή του ποιητή αλλά ούτε και σήμερα είναι λίγοι, και με την μεγάλη ευκαμψία και ποικιλία που παρέχει στον αναγνώστη το ίδιο το έργο του Παλαμά, προσπαθεί να το εντάξει και να το προσαρμόσει μάλλον στις ήδη προυπάρχουσες ιδεολογικές και θρησκευτικές σταθερές που ο ίδιος σε προσωπικό επίπεδο αποδέχεται.
     Ο Κωστής Παλαμάς, υπήρξε αρκετά ευφυής και σίγουρα αρκετά Ευρωπαίος αλλά και βαθύτατα καλλιεργημένος για να αντέξει μια «οποιαδήποτε» ένταξη μέσα στο μεγαλόπνοο έργο του και ακόμα στην όποια μεταφυσική του.
   Ας θυμηθούμε άλλωστε, πως αυτοχαρακτηριζόταν στον πρόλογο του έργου του «Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου» γράφει: «Είμαι ποιητής του καιρού μου και του γένους μου κι ό,τι μέσα μου κρατώ δεν μπορεί να χωριστεί από την έξω πλάση…».
    Όμως εύλογα θα αναρωτηθούμε, αλήθεια υπάρχει ποιητής ή πνευματικός δημιουργός που να μην έχει, ή να μην διακατέχεται από διάφορες μεταφυσικές αγωνίες;
 Η Ελληνοσύνη πάλι του Παλαμά, είναι ένα μίγμα από την αρχαία κλασική σοφία, την εθνική-«παγανιστική» για τους χριστιανούς υπερηφάνεια, και τον ανεξάντλητο πλούτο της γηγενούς μας παράδοσης και φυσικά, από το νοσταλγικό μεγαλείο του Βυζαντινού ορθόδοξου τρόπου του υπάρχειν.
Κάτι όμως, που δεν είναι ιερό καθήκον, ούτε δογματικός αυταρχισμός, ούτε αγκυλωτικές θεολογικές αρχές. Αλλά για να θυμηθούμε και τον θείο Πλάτωνα, μνήμη θανάτου. Κάτι που μάλλον αν δεν λαθεύω, απουσιάζει από τον σύνολο ποιητικό οραματικό σχεδιασμό του γεραρού Παλαμά.
Ο Κωστής Παλαμάς, δεν είναι ο Έλληνας Πωλ Κλωντέλ, ή ο δικός μας ποιητής Τάκης Παπατσώνης. Το έργο του και ίσως και ο ίδιος προσομοιάζει στις αρχές της Νιτσεϊκής φιλοσοφίας της εποχής του χωρίς ίσως την  επιθυμία να γιγαντομαχήσει. Ο Κωστής Παλαμάς είναι μάλλον ο ποιητής των κατακερματισμένων κοινωνικών και ιστορικών οραμάτων. Όχι γιατί οι μεγάλες του ποιητικές συνθέσεις «Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου», η «Φλογέρα του βασιλιά» κ.λ.π. δεν μορφοποιούν από μόνες τους, ένα μεγαλόπνοο συνθετικό και επίκαιρο για την εποχή του οραματικό πεδίο, αλλά μάλλον γιατί ο ίδιος ο δημιουργός ταιριάζει περισσότερο στην φιλοσοφία και τη ζωή του Πέτερ Κήν, του ήρωα του γνωστού μυθιστορήματος «Η τύφλωση» του Ελίας Κανέττι.
      Ο Κωστής Παλαμάς ανέσυρε τον ποιητικό λόγο από τα θολά ποταμάκια των νεορομαντικών, τον αποκάθαρε από τα παγερά στολίδια της καθαρευουσιάνικης Αθηναϊκής Σχολής, και τον έστησε στο βάθρο που του άξιζε όχι μόνο πανελλαδικά αλλά και παγκόσμια.
Ο Παλαμάς αποδέσμευσε το ποιητικό όραμα από την ασφυκτική και αποπνιχτική εποχή του, ανεξάρτητα αν ο ίδιος εξακολούθησε να τυραννιέται από το κλίμα της.
Το σύνολο έργο του Παλαμά μοιάζει με μεγάλο πολυκατάστημα στην περιφέρεια μιας επαρχιακής πόλης. Την ποιητική γλωσσική διέξοδο που προσέφερε ο Παλαμάς, μάλλον δεν την προσέφεραν ούτε ο Διονύσιος Σολωμός, ούτε ο Ιάκωβος Πολυλάς στην εποχή τους. Η δε Ψυχαρική συμβολή και τον επιγόνων του, έσβησε πολύ σύντομα και κάπως απότομα. Χωρίς τον Κωστή Παλαμά η Δημοτική μας γλώσσα καθώς και το λεγόμενο γλωσσικό ζήτημα, θα είχε άλλη εξέλιξη, ο Παλαμάς σαν σημαντικός ανακαινιστής που υπήρξε σήκωσε στους ώμους του μια ολάκερη εποχή με τα οράματά της και τα αδιέξοδά της. Κάτι που μόνον ο Οδυσσέας Ελύτης στις μέρες μας το κατόρθωσε με πολύ κόπο. Η περίπτωση πάλι του Κωνσταντίνου Καβάφη εμπεριέχει από μόνη της ένα άλλου είδους ερμηνευτικό σχολιασμό και ιδεολογικό στιγματισμό, και γιαυτό και η «μεγάλη κόντρα» ανάμεσα στους Παλαμιστές και τους Καβαφιστές από τους συνεχιστές και ποιητικούς επιγόνους και των δύο.
     Ο Παλαμάς ας μου επιτραπεί η έκφραση, παρά την φλύαρη αισθηματολογία του, τον πομπώδη πολλές φορές πατριωτισμό του,(το ίδιο δεν συναντάμε και στον Άγγελο Σικελιανό;) την στιχουργική σε ορισμένες ποιητικές του μονάδες αμετροέπεια, την κάπως νευρική ευκολογραφία του, είναι ο κράτιστος της εποχής του, ο δάσκαλος και δημιουργός μιας ολάκερης παράδοσης. Είναι ο έστω και αδικημένος οραματιστής ενός νέου Ελληνικού οράματος της φυλής. Μπορεί ίσως να μην απαλλάχτηκε από τις ψυχολογικές του φοβίες, αυτός ο ισχνός το δέμας, μπορεί να μην αποδεσμεύτηκε από τις αισθητικές του ενίοτε μονομέρειες, μπορεί να μην κέρδισε το Νομπέλ Λογοτεχνίας(αν και το άξιζε, όπως και ο Γιάννης Ρίτσος), ή ακόμα να μην έγινε ο Εθνικός μας ποιητής, παρέμεινε όμως με συνέπεια και αποφασιστικότητα στο μετερίζι που του δόθηκε από την μοίρα.
Και αν, και διαισθάνθηκε και ένιωσε έντονα τους κραδασμούς στα τελευταία του βιολογικά χρόνια, ότι τόσο ο ίδιος όσο και το τιτάνιο έργο του παραγκωνίζονται καθώς ανέτειλε το ποιητικό άστρο του μεγάλου Αλεξανδρινού, τολμούσε να δίνει θάρρος που ίσως ο ίδιος δεν είχε, να προσφέρει την ελπίδα που ήταν κάπως ατροφική στον ίδιο.
    Ο Κωστής Παλαμάς, υπήρξε ο στοχασμός της εποχής του και του κόσμου του. Σε αντίθεση με τους ποιητές της χριστιανικής ορθόδοξης παράδοσης που στοχάζονται πάνω στον κόσμο, και γράφουν ή σχολιάζουν ατέλειωτες αράδες γιαυτά που οι ίδιοι δεν καταφέρνουν ποτέ στην σύντομη ζωή τους να αποφύγουν.
    Όμως από τον Κωστή Παλαμά, λείπει αυτός ο μεταφυσικός χριστιανικός οίστρος που ο μελετητής του έργου του Ευάγγελος Μόσχος μάλλον με έμφαση του προσάπτει. Ή είναι παρόμοιος και συναντάται και σε άλλους ποιητές μεγάλου πνευματικού βεληνεκούς.
Ασφαλώς θα γνωρίζει ο Πειραιώτης δοκιμιογράφος σαν γνήσιο τέκνο της χριστιανικής ορθόδοξης παράδοσης, την διαφορά ανάμεσα στο fides qua creditur και στο fides que creditur. Ο εξαγιασμός της ύλης, της υλικής φθαρτής πραγματικότητας, μέσω της παραμυθίας του Λόγου, δεν είναι αποκλειστικότητα μόνο των Νηπτικών ορθόδοξων πατέρων-ποιητών της καθ’ ημάς Ανατολής. Αλλά ανάγεται σε όλες τις πολιτισμικές μυστικές πνευματικές παραδόσεις του κόσμου διαχρονικά, καθώς  και επιδιώκεται από τον κάθε ενεργητικά σκεπτόμενο και ευαίσθητο άνθρωπο. Και ο Κωστής Παλαμάς, είναι ένας ευαίσθητος δέκτης και νοσταλγός μιας άλλης εποχής, με διαφορετικές ιστορικές συνθήκες, άλλες πολιτικές σταθερές, που είναι δύσκολο και ίσως αδιάφορο ποιητικά και πνευματικά να αναπλάσουμε.
    Οι κατά καιρούς ανακηρυχθέντες Άγιοι, είναι πάνω από όλα με την ευρύτερη έννοια του όρου ποιητές, (νοσταλγοί ενός άλλου καλύτερου κόσμου, μιας άλλης πολιτείας) γιαυτό αντιλαμβάνονται ποιητικά τον κόσμο. Μόνο που, κέντρο αναφοράς τους, δεν είναι ο Θεός, ή οτιδήποτε ονομάζουμε με τον ορισμό αυτόν, αλλά ο Εβραϊκός και χριστιανικός ιδεότυπος της όποιας χριστιανικής Εκκλησίας, ο γλυκύς Χριστός. Ο Έλληνας βάρδος μιας άλλης εποχής, έστω και αν θα το ήθελε ο Ευάγγελος Μόσχος, δεν είναι ο τελειότερος στην ποιητική τέχνη και σοφότερος στην τεχνική Γεώργιος Βερίτης. Ο Παλαμάς είναι ένας πνευματικός δάσκαλος δημιουργός με οικουμενικές διαστάσεις, βαθύτερος και ουσιαστικότερος όσον αφορά τα υπαρξιακά ζητήματα, αδογμάτιστος θρησκευτικά και θεολογικά, και προπαντός γήινος, εμφανέστατα υλικός. Δεν φορτίζεται ο ίδιος ούτε το έργο του από μεταφυσικές μεταθανάτιες αγωνίες ή ανησυχίες, παρά μόνον και όποτε το απαιτεί η ανάγκη του ποιητικού του σχεδιασμού και οράματος. (εδώ θα ήθελα να σημειώσω, την συγγένεια του έργου του όσον αφορά τον μεταφυσικό οραματισμό, με εκείνον των Δημοτικών μας τραγουδιών, τα οποία είναι τόσο συνταραχτικά και μεγαλόπνοα υλικά χωρίς ίχνος μεταφυσικού φόβου ή άλλης μεταφυσικής εξαγνιστικής ή διακαιωτικής ουράνιας αναφορικής αρχής).
Στον Κωστή Παλαμά, ταιριάζει η θεολογική αρχή του Μιγκέλ ντε Ουναμούνο: «Πίστη χωρίς αμφιβολία είναι πίστη νεκρή», παρά η διαζευκτική κατάφαση της πίστης του Πασκάλ. Πίστη όμως του Παλαμά είναι η καλλιτεχνική του δημιουργία, η Τέχνη γενικότερα, και η υστεροφημία του.
   Όμως πλέον η ιστορία και η καθημερινότητά της μας έχει διδάξει ότι κάθε αληθινά ευαίσθητος και ουσιαστικός άνθρωπος καθώς και κάθε γνήσιος και αληθινός ποιητής, έχει πνεύμα Θεού εντός του, χωρίς κατ’ ανάγκη να ανήκει σε ένα θρησκευτικό δόγμα, σε μια από τις γνωστές ιστορικά Εκκλησίες όποιες και αν είναι αυτές, ακόμα και της ίδια της πατρίδας του.
Όταν ο Παλαμάς καταφεύγει στα χριστιανικά σύμβολα, ή τον μεταφυσικό λόγο, ή εμπλουτίζει το ποιητικό του σύμπαν με εικόνες της ορθόδοξης παράδοσής μας αυτό το πράττει γιατί το απαιτεί η Τέχνη του και όχι η πίστη του. Εδώ βρίσκεται και η καλλιτεχνική αντίθεσή του με τον Φώτη Κόντογλου του οποίου το έργο προέρχεται από την βαθύτατη προσωπική του πίστη πρωτίστως και λιγότερο από την ανάγκη του να γράψει ή να συνθέσει οραματικές ποιητικές συνθέσεις  για να υμνήσει την πατρίδα του. Και φυσικά η ηρωολατρεία του προέρχεται από τον γνωστό στην εποχή του Σκοτσέζο ιστορικό Τόμας Καρλάιλ.
    Ο Κωστής Παλαμάς έχει εναποθέσει την προσωπική του λύτρωση στην Τέχνη με ότι αυτό συνεπάγεται, έστω και αν μας μιλά, ή γράφει για τον Κασσιανισμό.
Ο Κασσιανισμός είναι η αφορμή για να εξομολογηθεί τον προσωπικό του πόνο, να εκφράσει τα ατομικά του βάσανα, τα κατά καιρούς αδιέξοδά του. Μήπως δεν συνέθεσε αυτό το ποιητικό μεγαλούργημα «ο Τάφος» για τον θάνατο του μικρού γιου του;
   Μια αληθινή χριστιανική ψυχή, ή αν θέλετε μια γνήσια αγωνιούσα μεταφυσικά ύπαρξη αν διακατέχεται και βασανίζεται από το συναίσθημα του Κασσιανισμού, αφήνει την τύρβη και τα προβλήματα του κόσμου σε εμάς τους αδύνατους ή αδιάφορους, και καταφεύγει στην ησυχία και «αθανασία» της σιωπής. Ασφαλώς, μια πλειάδα από τους λεγόμενους από την ορθόδοξη παράδοση αγίους, ενώ κατάφυγαν στον μοναχικό βίο έγραψαν ογκωδέστατους τόμους και εκατοντάδες κείμενα εκκλησιαστικού ενδιαφέροντος,
Ο Παλαμάς όμως από την άλλη γράφει, συνθέτει ποιητικές συλλογές, μεταφράζει, μελετά θεωρητικά κείμενα, γράφει δοκίμια, πονά για τα πράγματα του τόπου του, συλλογίζεται τρόπους λύσης των διαφόρων ιστορικών θεμάτων, αγαπά και ερωτοτροπεί και αλληλογραφεί μέχρι τα βαθειά του γεράματα με πολύ νεότερές του κοπέλες (βλέπε τα δεκάδες γράμματα στην Ραχήλ), και φυσικά ορισμένες φορές αυτός ο τόσο λαγαρός στην σκέψη και θιασώτης της επιστημονικής σκέψης και του Δυτικού πολιτισμού, σκιαμαχεί κάμποσες φορές.
    Ο συγγραφέας της παρούσας μελέτης Ευάγγελος Μόσχος, παραγνωρίζει ο ίδιος ή δεν θέλει να αποδεχτεί ότι, όταν ο Κωστής Παλαμάς αλληλογραφεί με την μικρότερή του Ραχήλ, όπως αναφέρει στο σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου του, δεν συναντάει όπως θα ήθελε ο Πειραιώτης συγγραφέας την Θεϊκή παρουσία, αλλά την γυναικεία τρυφερότητα, την αφράτη, δροσερή, ελκυστική θηλυκή ύπαρξη, καθώς εκείνος πλησιάζει στην άλλη πλευρά την αιωνίως σκοτεινή. Αντικρίζει στο πρόσωπό της την γυναικεία πνευματικότητα, το αρχέγονο σύμβολο της θηλυκής θαλπωρής και της θερμής αγκάλης που εκείνος στα παιδικά του χρόνια στερήθηκε.
Ο Ευάγγελος Μόσχος συμπονάει τον άνθρωπο Παλαμά, στέκεται στα αδιέξοδα του βίου του και αυτό φαίνεται από τον εντοπισμό του στοιχείου του πόνου που με ευκολία αναφέρεται στο γραπτό του, επίσης, διακρίνεται και η μεγάλη του αγάπη για το έργο του ποιητή. Όμως, η διαλεκτική του προσέγγιση, ο μάλλον πεπαλαιωμένος και όψιμος Παλαμισμός του, η φορτισμένη και υγρή ατμόσφαιρα της προσωπικής του χριστιανικής πίστης, περιτειχίζει το Παλαμικό έργο και το όποιο όραμα ζωής είχε ο ίδιος ο Παλαμάς σε πολύ ασφυκτικά και αποπνιχτικά όρια. Κάτι που πιστεύω ακράδαντα δεν θα το ήθελε ούτε ο ίδιος ο μελετητής Ευάγγελος Μόσχος. Μια που δεν είναι ο ίδιος ένας οψιμαθής Παλαμιστής που ανακαλύπτει ξαφνικά την Παλαμική Ατλαντίδα.
    Ο Παλαμάς είναι ένα πολύοσμο και πολύκαρπο περβόλι που μέσα στο οποίο σαν κάθε αυθεντικός δημιουργός καλλιεργεί και την μεταφυσική του αγωνία.
      Ίσως είναι πια καιρός να απαλλαγούμε από αναφορές και παραπομπές στους διαφόρους Σκαλτσούνηδες και τους πέριξ αυτών και της ατμόσφαιράς των. Η εποχή μας έχει, και ευτυχώς, άλλες ερμηνευτικές προσεγγίσεις ενός κειμένου, διαφορετικά ερμηνευτικά πλησιάσματα. Και, η πολυσημία και ο ανεξερεύνητος ακόμα συγγραφικός όγκος του Παλαμικού έργου, μας προσφέρει εργασίες για πάρα πολλά χρόνια ακόμα. Ίσως ο Αλέξανδρος Τσιριντάνης και το πνεύμα του να μας σκιάζουν ακόμα, ή τουλάχιστον αρκετούς χριστιανούς διανοούμενους (άραγε διαβάζει κανείς ακόμα το περιοδικό του «Η συζήτηση»;), υπάρχει όμως στα βιβλιοπωλεία και ο Ι. Μ. Μποχένσκυ και η Ιστορία της Ευρωπαϊκής φιλοσοφίας του 20ου αιώνα, για να ερμηνεύσουμε τους παλαιότερους και να κατανοήσουμε τα διάφορα ρεύματα που επηρέασαν τους ποιητές της εποχής μας και φυσικά και τον Παλαμά.
     Στον εθνικό ποιητή Κωστή Παλαμά, δεν αξίζει-όπως και σε άλλους ποιητές της εποχής του-μια περίοπτη θέση στο Μουσείο της Μαντάμ Τισσώ.
Ο Παλαμάς είναι ένας μεταμοντέρνος ποιητής γιατί η τεχνική και η μεθοδολογία της γραφής του καθώς και τα στιχουργικά του πειράματα, και η τροποποιητική του ρυθμολογία  το αποδεικνύουν, αλλά και ακόμα γιατί η ευαίσθητη και σοφή αυτή ποιητική ιδιοφυία, είναι αυτή που σίγουρα προείδε προφητικά, και χάραξε ίσως και την δική μας ερμηνευτικό πλησίασμα του έργου του.
Ο Παλαμάς όπως και κάθε μεγάλος ποιητής-ας θυμηθούμε και πάλι την περίπτωση του Κωνσταντίνου Καβάφη-είναι ο μόνος σκηνοθέτης του έργου του.
Εμείς, απλώς ψηλαφούμε μαγεμένοι την παράξενη και ανεμοζυγιάζουσα πορεία του.
    Κάτι που νομίζω ότι θα υιοθετεί ο Πειραιώτης δοκιμιογράφος σαν γνήσιος Παλαμιστής αλλά και σαν έμπειρος Μεταπαλαμικός.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πρώτη δημοσίευση, περιοδικό «ΚΛΠ, και γράμματα και τέχνες», τεύχος 1ο Μάιος 1993, σελίδα 32.

Πειραιάς, Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013.

Είκοσι τρία χρόνια μετά, άραγε διαβάζει κανείς ουσιαστικά και δημιουργικά Κωστή Παλαμά; Άραγε ανθούν οι Παλαμικές σπουδές; Τι θα μείνει εκτός σχολικών αιθουσών και πανεπιστημιακών αμφιθεάτρων από το τεράστιο και πολύπλευρο έργο του; Υπάρχουν άραγε Παλαμικές σπουδές στο εξωτερικό; Και θα ενδιέφερε έναν νέο ξενόγλωσσο ποιητή ή αναγνώστη το Παλαμικό έργο; Ή μήπως μπήκε και αυτός όπως πολλοί άλλοι στο χρονοντούλαπο της ποιητικής ιστορίας;
         Και καθώς σήμερα είναι του Αγίου Δημητρίου, και το πτωχευμένο Έθνος μας ετοιμάζεται να εορτάσει την εικοστή ογδόη Οκτωβρίου ας ακούσουμε τον βάρδο της Ρωμιοσύνης.

«Γνώμες, καρδιές, όσοι Έλληνες,
Ακούστε με κ’ εμένα:
Μας ηύραν χρόνια δίσεχτα,
Στενά, καταραμένα.
Έργα δεν έχω, τίποτε
Που αξίζει να σας φέρω
Κρύος, άπραγος δεν ξέρω
παρά να τραγουδώ».
(από το έργο «Δειλοί και Σκληροί Στίχοι»)

Και από «Τα Δεκατετράστιχα»

«Της Ιστορίας ακράταγο το ρέμα;
Ποιος Αλκίδης το δρόμο του θ’ αλλάξη;
Το Νόμο που είναι σίδερο και είν’ αίμα
φιλί ποιος θα τον κάμη και μετάξι;
Της ιδέας πότε αδερφή και η πράξη;
Πότε ο λόγος ολότελα το ψέμα
Θα συντρίψη; Ποια Μοίρα θα κοιτάξη
Τα έθνη με μάννας ελεούσας βλέμμα;
Κι αν το δράμα Η Ζωή μυστήριο δράμα,
στης Ειρήνης το χέρι χρυσή βέργα
δε θα γενή και του πολέμου η κάμα,
για να ρυθμίζη όλο κι αγάπης έργα;
Και ω πατρίδα από σε, καταβολάδα
ξανά πελώρια δε θα βγη κ'η Ελλάδα;"